λεύκωμα

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική λεύκωμα λευκώματα
γενική λευκώματος λευκωμάτων
αιτιατική λεύκωμα λευκώματα
κλητική λεύκωμα λευκώματα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

λεύκωμα < αρχαία ελληνική λεύκωμα

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

λεύκωμα ουδέτερο

  1. βιβλίο με φωτογραφίες, πχ από έναν τόπο
  2. βιβλίο με λευκές σελίδες όπου γράφονται από τον κάτοχο ή φιλικά του πρόσωπα σύντομες σκέψεις ή άλλα κείμενα προσωπικού χαρακτήρα
  3. σύνθετη οργανική ένωση, θρεπτική ουσία των κυττάρων
    Books-aj.svg aj ashton 01.svg συνώνυμα: πρωτεΐνη
  4. η λευκωματουρία ή πρωτεϊνουρία
  5. το ασπράδι του αβγού

32πχ Μεταφράσεις[]


Capitello modanatura mo 01.svg Αρχαία ελληνικά (grc) []

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

λεύκωμα ουδέτερο

  1. πινακίδα καλυμμένη με γύψο, κατάλληλη για γράψιμο δημόσιων αναγγελιών
  2. ασπρίλα, περιοχή του δέρματος με λευκό χρώμα
  3. λευκό στίγμα στο μάτι