ασπράδι
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
Ελληνικά (el) [
]
| πτώση | ενικός | πληθυντικός |
|---|---|---|
| ονομαστική | ασπράδι | ασπράδια |
| γενική | ασπραδιού | ασπραδιών |
| αιτιατική | ασπράδι | ασπράδια |
| κλητική | ασπράδι | ασπράδια |
Ετυμολογία [
]
- ασπράδι < → Η ετυμολογία λείπει.
Ουσιαστικό [
]
ασπράδι ουδέτερο
Μεταφράσεις [
]
τμήμα του αυγού
άσπρο στίγμα