addiction

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of the United Kingdom.svg Αγγλικά (en) []

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

addiction (en)

drug addiction — εθισμός/εξάρτηση σε ναρκωτικές ουσίες


Flag of France.svg Γαλλικά (fr) []

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[]

ΔΦΑ : /a.dik.sjɔ̃/

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

< αγγλικό addiction (en) < λατινικό addictus (la), που επιδίδεται σε κάτι

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

addiction (fr) θηλυκό

addiction au tabacεθισμός στον καπνό (στο τσιγάρο)