εθισμός
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
[
]
Ελληνικά (el)
| πτώση | ενικός | πληθυντικός |
|---|---|---|
| ονομαστική | εθισμός | εθισμοί |
| γενική | εθισμού | εθισμών |
| αιτιατική | εθισμό | εθισμούς |
| κλητική | εθισμέ | εθισμοί |
[
]
Ετυμολογία
[
]
Ουσιαστικό
εθισμός αρσενικό
- το να αποκτάς μια συνήθεια.
- καταναγκαστική συνήθεια που επηρεάζει τη συμπεριφορά και τον ψυχισμό και είναι δύσκολο να διακοπεί
- Ο μακροχρόνιος εθισμός στη νικοτίνη προκαλεί βλάβες στον οργανισμό