εξάρτηση

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Τυπογραφικές παραλλαγές Δείτε επίσης : εξάρτιση, εξάρτυση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

εξάρτηση < μεταγενέστερο ἐξάρτησις < ἐξαρτῶ

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

εξάρτηση θηλυκό

  1. κρέμασμα
    το σημείο εξάρτησης ενός εκκρεμούς
  2. η κατάσταση κατά την οποία είσαι εξαρτημένος από κάποιον ή κάτι για την ικανοποίηση των αναγκών σου.
    η εξάρτηση του παιδιού από τη μητέρα του
    η εξάρτηση της οικονομίας από το πετρέλαιο
  3. υποταγή σε κάποιον ισχυρότερο
    το κόμμα μας αντιστέκεται στην εξάρτηση της χώρας
  4. εθισμός
    η εξάρτηση από τη νικοτίνη
  5. (συντακτικό) ιεραρχική σχέση μεταξύ συντακτικών όρων.
    η εξάρτηση της δευτερεύουσας πρότασης από την κύρια

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[]

Books-aj.svg aj ashton 01g.png Αντώνυμα[]

Nuvola apps noatun.png Σύνθετα[]

32πχ Μεταφράσεις[]