έξη

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική έξη έξεις
γενική έξης
& έξεως
έξεων
αιτιατική έξη έξεις
κλητική έξη έξεις

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

έξη < αρχαία ελληνική ἕξις < ἔχω, μέλλοντας: ἕξω

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ˈɛ.ksi/

Ομώνυμα[επεξεργασία]

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

έξη θηλυκό

  1. συνήθεια που αποκτήθηκε με την επανάληψη μιας πράξης ή με τη συνεχή επίδραση του ίδιου παράγοντα

Εκφράσεις[επεξεργασία]

  • καθ' έξιν: για κακή, βλαβερή επαναλαμβανόμενη συμπεριφορά
δείτε τη λέξη: ἕξις και έξις

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]