auto-
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
[
]
Αγγλικά (en)
[
]
Ετυμολογία
- auto- < αρχαία ελληνική αὐτός (ο ίδιος)
[
]
Προφορά
[
]
Πρόθημα
auto- (en)
- που εφαρμόζεται σε αυτόν που μιλάει
[
]
Γαλλικά (fr)
[
]
Ετυμολογία
- auto- < αρχαία ελληνική αὐτός (ο ίδιος)
[
]
Προφορά
[
]
Πρόθημα
auto- (fr)
- που εφαρμόζεται σε αυτόν που μιλάει
- pratiquer l’autocensure
- σχετικός με αυτοκίνητα, μέσα μεταφορών, αυτοκινητιστική βιομηχανία
- un autorail
- αυτόματος, δηλαδή που πραγματοποιείται ή κατευθύνεται χάρη στα ίδια μέσα ή χωρίς εξωτερική επέμβαση
- un appareil autofocus
[
]
Σύνθετα
[
]
[
]
[
]
Ισπανικά (es)
[
]
Ετυμολογία
- auto- < αρχαία ελληνική αὐτός (ο ίδιος)
[
]
Πρόθημα
auto- (es)
- # που εφαρμόζεται σε αυτόν που μιλάει
[
]
[
]
Ιταλικά (it)
[
]
Ετυμολογία
- auto- < αρχαία ελληνική αὐτός (ο ίδιος)
[
]
Πρόθημα
auto- (it)
- που εφαρμόζεται σε αυτόν που μιλάει
Κατηγορίες:
- Αγγλικές λέξεις αρχαίας ελληνικής προέλευσης
- Αγγλική γλώσσα
- Προθήματα (αγγλικά)
- Γαλλικές λέξεις αρχαίας ελληνικής προέλευσης
- Γαλλική γλώσσα
- Προθήματα (γαλλικά)
- Ισπανικές λέξεις αρχαίας ελληνικής προέλευσης
- Ισπανική γλώσσα
- Προθήματα (ισπανικά)
- Ιταλικές λέξεις αρχαίας ελληνικής προέλευσης
- Ιταλική γλώσσα
- Προθήματα (ιταλικά)