bécarre

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of France.svg Γαλλικά (fr) []

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

bécarre < ιταλική b quadro, τετράγωνο b

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[]

ΔΦΑ : /be.kaʁ/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

ενικός πληθυντικός
bécarre bécarres

bécarre (fr) αρσενικό

  1. (μουσική) η αναίρεση (\natural)
    le bécarre annule l'altération d'un dièse ou d'un bémol
    η αναίρεση ακυρώνει την αλλοίωση μιας δίεσης ή μιας ύφεσης

Blue Glass Arrow.svg Δείτε επίσης []