bar
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
[
]
Αγγλικά (en)
[
]
Ουσιαστικό
bar (en)
- μπαρ
- μεταλλικός ράβδος
- πλάκα προϊόντος (πχ. σαπουνιού ή σοκολάτας)
- η μπάρα, η οριζόντια δοκός που πρέπει να περάσει από πάνω της χωρίς να τη ρίξει ο αθλητής του άλματος εις ύψος ή του επι κοντώ
- (νομικός όρος) το δικηγορικό σώμα ή το δικηγορικό επάγγελμα ή οι εξετάσεις για να γίνει κανείς δικηγόρος
- (μουσική) η διαστολή, η κάθετη γραμμή που σημειώνει το τέλος ενός μουσικού μέτρου
- ...
[
]
Αλβανικά (sq)
[
]
Ουσιαστικό
bar (sq)
- το γρασίδι
[
]
Γαλλικά (fr)
[
]
Ουσιαστικό
| ενικός | πληθυντικός |
|---|---|
| bar | bars |
bar (fr) αρσενικό
- (ιχθυολογία) το λαβράκι
- το μπαρ
[
]
Ιταλικά (it)
[
]
Ετυμολογία
- bar < αγγλική bar
[
]
Ουσιαστικό
bar (it)
- το μπαρ