besogne

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of France.svg Γαλλικά (fr) []

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

ενικός πληθυντικός
besogne besognes

besogne (fr) θηλυκό

  1. (παρωχημένο) η ανάγκη, η χρεία
  2. η σεξουαλική επαφή
  3. η εργασία, η δουλειά (η πράξη καθώς και το αποτέλεσμά της)

Εκφράσεις[]