boil
Από Βικιλεξικό
Αγγλικά (en) [
]
Ουσιαστικό [
]
boil (en)
- το σημείο του δέρματος όπου συγκεντρώνεται πύον λόγω κάποιας μόλυνσης
- βρασμός
Ρήμα [
]
boil (en)
boil (en)
boil (en)