cens

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of France.svg Γαλλικά (fr) []

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

ενικός πληθυντικός
cens cens

cens (fr) αρσενικό

  1. (ιστορία) φόρος που επιβαλλόταν ετήσια σε ορισμένα αγαθά στον φεουδάρχη
  2. ελάχιστος φόρος που καταβάλλεται σε ορισμένα κράτη για να μπορεί κάποιος να ψηφίσει και να παρουσιαστεί σαν υποψήφιος στις εκλογές
  3. απαρίθμηση των Ρωμαίων πολιτών καθώς και της περιουσίας τους που γινόταν ανά πέντε έτη

Blue Glass Arrow.svg Δείτε επίσης []

  • cens στη γαλλόφωνη Βικιπαίδεια Άρθρο στη Βικιπαίδεια