corbeau
Από Βικιλεξικό
[
]
Γαλλικά (fr)
[
]
Ουσιαστικό
| ενικός | πληθυντικός |
|---|---|
| corbeau | corbeaux |
corbeau (fr) αρσενικό
- (ορνιθολογία) ο κόρακας, το κοράκι