κόρακας
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
[
]
Ελληνικά (el)
| πτώση | ενικός | πληθυντικός |
|---|---|---|
| ονομαστική | κόρακας | κόρακες |
| γενική | κόρακα | κοράκων |
| αιτιατική | κόρακα | κόρακες |
| κλητική | κόρακα | κόρακες |
[
]
Ετυμολογία
- κόρακας < αρχαία ελληνική κόραξ
[
]
Προφορά
- ΔΦΑ : /ˈkɔ.ɾa.kas/
[
]
Ουσιαστικό
κόρακας αρσενικό και κοράκι ουδέτερο
- (ορνιθολογία) μαύρο σαρκοφάγο πουλί
- (μεταφορικά) μαύρος
[
] Εκφράσεις
- άι στον κόρακα!: άι στο διάολο!
[
] Παροιμίες
[
]
[
]
Σύνθετα
[
]
Μεταφράσεις
κόρακας