courtier

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of France.svg Γαλλικά (fr) []

Open book 01.svg Ουσιαστικό []

γένος ενικός πληθυντικός
αρσενικό courtier courtiers
θηλυκό courtière courtières

courtier  (fr)

  1. αντιπρόσωπος μιας εταιρείας (εμπορικής, μεσιτικής, κ.α.)
  2. (μεταφορικά) (παρωχημένο) μεσάζων