débat
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
[
]
Γαλλικά (fr)
[
]
Προφορά
[
]
Ουσιαστικό
| ενικός | πληθυντικός |
|---|---|
| débat | débats |
débat (fr) αρσενικό
- η συζήτηση
- (συνεκδοχικά) η επιχειρηματολογία
- (μεταφορικά) ενδόμυχη ψυχολογική διαμάχη, συζήτηση
- (στον πληθυντικό) συζήτηση στη βουλή
- μέρος μιας δίκης που περιλαμβάνει την έκθεση των απόψεων του δικηγόρου, του εισαγγελέα, καθώς και των μαρτύρων