μάρτυρας
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
Ελληνικά (el) [
]
| πτώση | ενικός | πληθυντικός |
|---|---|---|
| ονομαστική | μάρτυρας | μάρτυρες |
| γενική | μάρτυρα | μαρτύρων |
| αιτιατική | μάρτυρα | μάρτυρες |
| κλητική | μάρτυρα | μάρτυρες |
Ετυμολογία [
]
- μάρτυρας < αρχαία ελληνική μάρτυς
Ουσιαστικό [
]
μάρτυρας αρσενικό ή θηλυκό
- που ακούει ή βλέπει κάτι τη στιγμή που αυτό γίνεται
- αυτόπτης μάρτυρας
- μπορώ να σου το διαβεβαιώσω, ήμουν μάρτυρας
- που παρουσιάζεται σε ένα δικαστήριο για να δώσει πληροφορίες πάνω σε ένα θέμα
- ο δικαστής ρώτησε τους μάρτυρες
- που βασανίστηκε ή και θανατώθηκε για τις πεποιθήσεις του
- (κατ' επέκταση) που ζει μέσα σε ταλαιπωρίες
[
]
- μαρτυρία και μαρτυριά
- μαρτυριάρης
- μαρτυριάτικο και μαρτυρίκι
- μαρτυρικά
- μαρτυρικός
- μαρτύριο
- μαρτυράω και μαρτυρώ
- μάρτυς
Σύνθετα [
]
Μεταφράσεις [
]
αυτός που βλέπει ή ακούει κάτι, αυτός που δίνει πληροφορίες στο δικαστήριο