μάρτυρας

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική μάρτυρας μάρτυρες
γενική μάρτυρα μαρτύρων
αιτιατική μάρτυρα μάρτυρες
κλητική μάρτυρα μάρτυρες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

μάρτυρας < αρχαία ελληνική μάρτυς

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

μάρτυρας αρσενικό ή θηλυκό

  1. που ακούει ή βλέπει κάτι τη στιγμή που αυτό γίνεται
    αυτόπτης μάρτυρας
    μπορώ να σου το διαβεβαιώσω, ήμουν μάρτυρας
  2. που παρουσιάζεται σε ένα δικαστήριο για να δώσει πληροφορίες πάνω σε ένα θέμα
    ο δικαστής ρώτησε τους μάρτυρες
    τι είπαν οι μαρτύροι; (λαϊκ. πληθυντικός του μεσαίωνα που όμως με άλλο τονισμό απαντά και στον Όμηρο: οι μάρτυροι)
  3. που βασανίστηκε ή και θανατώθηκε για τις πεποιθήσεις του

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[]

Nuvola apps noatun.png Σύνθετα[]

32πχ Μεταφράσεις[]