discretion
Από Βικιλεξικό
[
]
Αγγλικά (en)
[
]
Ουσιαστικό
discretion (en)
- κρίση, διακριτική ικανότητα, διακριτική ευχέρεια
- η διακριτικότητα στη συμπεριφορά απέναντι στους άλλους