féodal

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Πίνακας περιεχομένων

Flag of France.svg Γαλλικά (fr) []

Open book 01.svg Επίθετο []

γένος ενικός πληθυντικός
αρσενικό féodal féodals
θηλυκό féodale féodales

féodal  (fr)

  1. φεουδαρχικός, σχετικός με ένα φέουδο ή με την φεουδαρχία
  2. (κατ' επέκταση) που έχει ένα πολιτικό σύστημα που μοιάζει με την φεουδαρχία
  3. (μεταφορικά) αρχαϊκός, ξεπερασμένος

Open book 01.svg Ουσιαστικό []

ενικός πληθυντικός
féodal féodaux

féodal  (fr) αρσενικό

  1. (ιστορία) άρχοντας στο φεουδαρχικό σύστημα
  2. (συνεκδοχικά) μεγάλος γαιοκτήμονας

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[]