fair
Από Βικιλεξικό
[
]
Αγγλικά (en)
[
]
Επίθετο
fair (en)
- καθαρός, αθώος
- ανοιχτόχρωμος
- δίκαιος, έντιμος, σύμφωνος με τους κανόνες
- μέτριος, ικανοποιητικός (ούτε κακός ούτε άριστος)