fruiterie

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of France.svg Γαλλικά (fr) []

Open book 01.svg Ουσιαστικό []

ενικός πληθυντικός
fruiterie fruiteries

fruiterie  (fr) θηλυκό

  1. βιομηχανικός δροσερός χώρος όπου διατηρούνται τα φρούτα
  2. οπωροπωλείο
  3. (κατ' επέκταση) το εμπόριο των φρούτων

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις []

  • δείτε τη λέξη: fruit