δροσερός

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική δροσερός δροσερή δροσερό
γενική δροσερού δροσερής δροσερού
αιτιατική δροσερό δροσερή δροσερό
κλητική δροσερέ δροσερή δροσερό
πτώση πληθυντικός
ονομαστική δροσεροί δροσερές δροσερά
γενική δροσερών δροσερών δροσερών
αιτιατική δροσερούς δροσερές δροσερά
κλητική δροσεροί δροσερές δροσερά

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

δροσερός < αρχαία ελληνική δροσερός

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ðɾɔ.sɛ.ˈɾɔs/ αρσενικό
ΔΦΑ : /ðɾɔ.sɛ.ˈɾi/ θηλυκό
ΔΦΑ : /ðɾɔ.sɛ.ˈɾɔ/ ουδέτερο

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

δροσερός, -ή, -ό

  1. που έχει δροσιά
    Books-aj.svg aj ashton 01.svg συνώνυμα: δροσάτος
  2. που προξενεί δροσιά
    Books-aj.svg aj ashton 01.svg συνώνυμα: δροσιστικός
  3. (μεταφορικά) ο φρέσκος, ο απαλός, ο τρυφερός

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]