φρέσκος
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
Ελληνικά (el) [
]
Ετυμολογία [
]
Προφορά [
]
Επίθετο [
]
φρέσκος -ια -ο
- (για τρόφιμα) που δεν έχει υποστεί έντονη επεξεργασία και δεν έχει διατηρηθεί για μεγάλο χρονικό διάστημα σε συνθήκες συντήρησης, εννοείται χωρίς να έχει αλλοιωθεί η σύστασή του ή η υγιεινή του κατάσταση
- (για τρόφιμα) σύμφωνα με διάφορες τροπολογίες ευνοϊκές για τη βιομηχανία τροφίμου φρέσκα χαρακτηρίζονται και προϊόντα που συντηρούνται με διάφορα μέσα χωρίς να είναι κυριολεκτικά φρέσκα
- καινούριος ή πρωτότυπος
- Οι εκδότες θέλουν φρέσκιες ιδέες
- αναζωογονητικός, καθαρός, δροσερός
- Ήρθε για πρόσληψη μια συμπαθέστατη φρέσκια κοπελίτσα, όλο κέφι για δουλειά, αλλά είχαμε άλλες 50 υποψήφιες...
- αναζωογονημένος
- Ήρθε φρέσκος-φρέσκος και με ζάλισε με ιδέες και σχέδια
Αντώνυμα [
]
[
]
Σύνθετα [
]
- ολόφρεσκος
- φεσκοπλυμένος
- φρεσκοξυρισμένος
- φρεσκογυαλισμένος
- φρεσκοβαμμένος
- φρεσκομπογιατισμένος
- φρεσκοκουρεμένος
- φρεσκοπαντρεμένος
- φρεσκοκατεψυγμένος
- φρεσκο-