νωπός

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

πτώση ενικός
ονομαστική νωπός νωπή νωπό
γενική νωπού νωπής νωπού
αιτιατική νωπό νωπή νωπό
κλητική νωπέ νωπή νωπό
πτώση πληθυντικός
ονομαστική νωποί νωπές νωπά
γενική νωπών νωπών νωπών
αιτιατική νωπούς νωπές νωπά
κλητική νωποί νωπές νωπά

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

νωπός < μεσαιωνική ελληνική < νεο- (< νέος) + -ωπός (< ὤψ, γενική: ὠπός)

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[]

ΔΦΑ : /nɔ.ˈpɔs/ αρσενικό
ΔΦΑ : /nɔ.ˈpi/ θηλυκό
ΔΦΑ : /nɔ.ˈpɔ/ ουδέτερο

Open book 01.svg Επίθετο[]

νωπός, -ή, -ό

  1. φρέσκος
  2. (συνεκδοχικά) που δεν έχει στεγνώσει ακόμη
    Books-aj.svg aj ashton 01.svg συνώνυμα: υγρός
  3. (μεταφορικά) πρόσφατος
  4. (για λουλούδια ή καρπούς) φρεσκοκομμένος
  5. (για χώμα) που σκάφτηκε πριν από λίγο

Nuvola apps noatun.png Σύνθετα[]

32πχ Μεταφράσεις[]