πρόσφατος
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
Ελληνικά (el) [
]
| πτώση | ενικός | ||
|---|---|---|---|
| ονομαστική | πρόσφατος | πρόσφατη | πρόσφατο |
| γενική | πρόσφατου | πρόσφατης | πρόσφατου |
| αιτιατική | πρόσφατο | πρόσφατη | πρόσφατο |
| κλητική | πρόσφατε | πρόσφατη | πρόσφατο |
| πτώση | πληθυντικός | ||
| ονομαστική | πρόσφατοι | πρόσφατες | πρόσφατα |
| γενική | πρόσφατων | πρόσφατων | πρόσφατων |
| αιτιατική | πρόσφατους | πρόσφατες | πρόσφατα |
| κλητική | πρόσφατοι | πρόσφατες | πρόσφατα |
Ετυμολογία [
]
- πρόσφατος < αρχαία ελληνική
Προφορά [
]
- ΔΦΑ : /pɾɔ.ˈsfa.tɔs/ αρσενικό
- ΔΦΑ : /pɾɔ.ˈsfa.ti/ θηλυκό
- ΔΦΑ : /pɾɔ.ˈsfa.tɔ/ ουδέτερο
Επίθετο [
]
πρόσφατος, -η, -ο
- που έχει μόλις συμβεί ή δημιουργηθεί
- που αναφέρεται στο κοντινό παρελθόν
συνώνυμα: φρέσκος, τελευταίος
αντώνυμα: προηγούμενος
- οι πρόσφατες ανακαλύψεις της επιστήμης
Μεταφράσεις [
]
πρόσφατος