πρόσφατος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


πτώση ενικός
ονομαστική πρόσφατος πρόσφατη πρόσφατο
γενική πρόσφατου πρόσφατης πρόσφατου
αιτιατική πρόσφατο πρόσφατη πρόσφατο
κλητική πρόσφατε πρόσφατη πρόσφατο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική πρόσφατοι πρόσφατες πρόσφατα
γενική πρόσφατων πρόσφατων πρόσφατων
αιτιατική πρόσφατους πρόσφατες πρόσφατα
κλητική πρόσφατοι πρόσφατες πρόσφατα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

πρόσφατος < αρχαία ελληνική

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /pɾɔ.ˈsfa.tɔs/ αρσενικό
ΔΦΑ : /pɾɔ.ˈsfa.ti/ θηλυκό
ΔΦΑ : /pɾɔ.ˈsfa.tɔ/ ουδέτερο

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

πρόσφατος, -η, -ο

  1. που έχει μόλις συμβεί ή δημιουργηθεί
    Books-aj.svg aj ashton 01g.png αντώνυμα: παλιός
  2. που αναφέρεται στο κοντινό παρελθόν
    Books-aj.svg aj ashton 01.svg συνώνυμα: φρέσκος, τελευταίος
    Books-aj.svg aj ashton 01g.png αντώνυμα: προηγούμενος
    οι πρόσφατες ανακαλύψεις της επιστήμης


32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]