τελευταίος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

πτώση ενικός
ονομαστική τελευταίος τελευταία τελευταίο
γενική τελευταίου τελευταίας τελευταίου
αιτιατική τελευταίο τελευταία τελευταίο
κλητική τελευταίε τελευταία τελευταίο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική τελευταίοι τελευταίες τελευταία
γενική τελευταίων τελευταίων τελευταίων
αιτιατική τελευταίους τελευταίες τελευταία
κλητική τελευταίοι τελευταίες τελευταία

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

τελευταίος < αρχαία ελληνική τελευταῖος < τελευτή

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[]

ΔΦΑ : /tɛ.lɛf.ˈtɛ.ɔs/ αρσενικό
ΔΦΑ : /tɛ.lɛf.ˈtɛ.a/ θηλυκό
ΔΦΑ : /tɛ.lɛf.ˈtɛ.ɔ/ ουδέτερο

Open book 01.svg Επίθετο[]

τελευταίος, -α, -ο

  1. που βρίσκεται στο τέλος μιας σειράς ή μιας ακολουθίας
    Books-aj.svg aj ashton 01.svg συνώνυμα: έσχατος, ύστατος
    Books-aj.svg aj ashton 01g.png αντώνυμα: πρώτος
    μένουμε στο τελευταίο σπίτι του δρόμου
  2. που αναφέρεται ή συνέβη στο κοντινό παρελθόν
    Books-aj.svg aj ashton 01.svg συνώνυμα: πρόσφατος, φρέσκος
    Books-aj.svg aj ashton 01g.png αντώνυμα: προηγούμενος
    τα τελευταία νέα για τον καιρό
  3. που βρίσκεται στο τέλος μιας αξιολογικής κλίμακας
    Books-aj.svg aj ashton 01.svg συνώνυμα: χείριστος
    Books-aj.svg aj ashton 01g.png αντώνυμα: άριστος
    είναι ο τελευταίος σπουδαστής, έχει την πιο χαμηλή βαθμολογία
  4. που έχει μικρή αξία ή σπουδαιότητα
    Books-aj.svg aj ashton 01.svg συνώνυμα: ασήμαντος
    ακόμη και ο τελευταίος εργάτης δικαιούται να ξεκουράζεται
  5. που αναφέρεται στο τέλος μιας σειράς
    σήμερα διάβασα εφημερίδα, έγραψα ένα γράμμα και διόρθωσα ασκήσεις. Το τελευταίο με κούρασε πολύ

Εκφράσεις[]

32πχ Μεταφράσεις[]