influx
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
Αγγλικά (en)
Ουσιαστικό
influx (en)
Γαλλικά (fr)
Ετυμολογία
- influx < δημώδης λατινική, influxus
Ουσιαστικό
influx (fr) αρσενικό άκλιτο
- υποθετικό ρευστό που μεταδίδει μια δύναμη ή ενέργεια
- Influx nerveux. - Μετάδοση ερεθισμού μέσω των νεύρων.