intouchable

Από Βικιλεξικό

Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση


Πίνακας περιεχομένων

Flag of France.svg Γαλλικά (fr)

Nuvola apps edu languages.png Προφορά

ΔΦΑ : /ɛ̃.tu.ʃabl/

Open book 01.svg Επίθετο

ενικός πληθυντικός
αρσενικό intouchable intouchables
θηλυκό intouchablee intouchablees

intouchable  (fr) αρσενικό ή θηλυκό

  1. (παρωχημένο) ανάγγιχτος, που δεν μπορεί να αγγίζει κανείς
  2. που δεν πρέπει να αγγίζει κανείς
  3. (μεταφορικά) απρόσβλητος, απλησίαστος

Open book 01.svg Ουσιαστικό

ενικός πληθυντικός
intouchable intouchables

intouchable  (fr) αρσενικό ή θηλυκό

  1. στην Ινδία, άτομο που δεν ανήκει σε μια κάστα και θεωρείται ακάθαρτο, στο παλιό κοινωνικό ιεραρχικό σύστημα
Ανακτήθηκε από "http://el.wiktionary.org/wiki/intouchable"
Άλλες γλώσσες