jack
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
[
]
Αγγλικά (en)
[
]
Ουσιαστικό
jack (en)
- ο γρύλος (η συσκευή ανύψωσης)
- (αρχαϊκό) ο βαλές ( ο υπηρέτης)
- ο βαλές (το τραπουλόχαρτο)
- η πρίζα (ηλεκτρική, τηλεφώνου κλπ)
- ο αρσενικός γάιδαρος
- ...
[
]
Γαλλικά (fr)
[
]
Ετυμολογία
- jack < αγγλική jack
[
]
Προφορά
και
[
]
Ουσιαστικό
| ενικός | πληθυντικός |
|---|---|
| jack | jacks |
jack (fr) αρσενικό
- το βύσμα