masturbation
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
Αγγλικά (en)
Ουσιαστικό
masturbation (en)
Γαλλικά (fr)
Ετυμολογία
- masturbation < λατινική masturbatio < manus, χέρι + stupratio, η πράξη του «βρομίζω»
Προφορά
Ουσιαστικό
| ενικός | πληθυντικός |
|---|---|
| masturbation | masturbations |
masturbation (fr) θηλυκό
- ο αυνανισμός
-
συνώνυμα: onanisme, (οικείο): branlette, touche-pipi
-
- (μεταφορικά) πνευματώδης συζήτηση που θεωρείται στείρα
Συγγενικές λέξεις
- masturbation
- masturber, se masturber