αυνανισμός

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική αυνανισμός αυνανισμοί
γενική αυνανισμού αυνανισμών
αιτιατική αυνανισμό αυνανισμούς
κλητική αυνανισμέ αυνανισμοί

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

αυνανισμός < από το βιβλικό πρόσωπο Αὐνάν

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[]

ΔΦΑ : /av.na.ni.ˈzmɔs/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

Αυνανισμός

αυνανισμός αρσενικό

32πχ Μεταφράσεις[]