merkredo
Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε:
πλοήγηση
,
αναζήτηση
Εσπεράντο (eo)
Ετυμολογία
merkredo
<
merkred
.o
Ουσιαστικό
merkredo
(eo)
Τετάρτη
Κατηγορίες
:
Γλώσσα εσπεράντο
|
Ουσιαστικά (εσπεράντο)
Εμφανίσεις
Άρθρο
Συζήτηση
Επεξεργασία
Ιστορικό
Προσωπικά εργαλεία
Δοκιμάστε την Beta
Δημιουργία Λογαριασμού/Είσοδος
Αναζήτηση
πλοήγηση
Κύρια Σελίδα
Πύλες
Τυχαία σελίδα
συνεισφορά
Βικιδημία
Σελίδες συζήτησης
Πρόσφατες αλλαγές
Νέες σελίδες
βοήθεια
Βοήθεια
Πρότυπα
Δωρεές
Εργαλειοθήκη
Συνδέσεις προς εδώ
Σχετικές αλλαγές
Ειδικές σελίδες
Έκδοση εκτύπωσης
Μόνιμος σύνδεσμος
Άλλες γλώσσες
Afrikaans
Brezhoneg
English
Esperanto
Suomi
Français
Italiano
日本語
한국어
ລາວ
Lietuvių
Nederlands
Norsk (bokmål)
Occitan
Polski
Português
Română
Русский
Svenska
Türkçe
中文