Σάββατο
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
[
]
Ελληνικά (el)
| πτώση | ενικός | πληθυντικός |
|---|---|---|
| ονομαστική | Σάββατο | Σάββατα |
| γενική | Σαββάτου | Σαββάτων |
| αιτιατική | Σάββατο | Σάββατα |
| κλητική | Σάββατο | Σάββατα |
[
]
Ετυμολογία
- Σάββατο < από το εβραϊκό שבת (šabát)
[
]
Κύριο όνομα
Σάββατο ουδέτερο και Σαββάτο
[
]
[
]
Σύνθετα
[
]
Μεταφράσεις
Σάββατο
|
|