occasion
Από Βικιλεξικό
Γαλλικά (fr) [
]
Ουσιαστικό [
]
| ενικός | πληθυντικός |
|---|---|
| occasion | occasions |
occasion (fr) θηλυκό
- η ευκαιρία
| ενικός | πληθυντικός |
|---|---|
| occasion | occasions |
occasion (fr) θηλυκό