oiseau

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Πίνακας περιεχομένων

[] Flag of France.svg Γαλλικά (fr)

[] Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία

oiseau < λατινική aucellus < avicellus < avis

[] Nuvola apps edu languages.png Προφορά

ΔΦΑ : /wa.zo/

[] Open book 01.svg Ουσιαστικό

ενικός πληθυντικός
oiseau oiseaux

oiseau  (fr) αρσενικό

[] Εκφράσεις

  • à vol d'oiseau - λέγεται για απευθείας αποστάσεις, δηλαδή σαν να πήγαινε κάποιος πετώντας
Προσωπικά εργαλεία
Περιοχές ονομάτων

Παραλλαγές
Ενέργειες
πλοήγηση
συνεισφορά
βοήθεια
Εργαλειοθήκη
Άλλες γλώσσες