νούμερο
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
Ελληνικά (el) [
]
| πτώση | ενικός | πληθυντικός |
|---|---|---|
| ονομαστική | νούμερο | νούμερα |
| γενική | νούμερου | νούμερων |
| αιτιατική | νούμερο | νούμερα |
| κλητική | νούμερο | νούμερα |
Ετυμολογία [
]
- νούμερο < μεσαιωνική ελληνική νούμερον < λατινική numerus ή ιταλική numero
νούμερο
- αριθμός
- μου έδωσε λάθος νούμερο τηλεφώνου και τώρα δεν τον βρίσκω
- μόλις που πρόλαβα να πάρω το νούμερο του αυτοκινήτου που με τράκαρε
- (για αντικείμενα) συγκεκριμένος αριθμός που χαρακτηρίζει το μέγεθος σύμφωνα με τα αντίστοιχα πρότυπα
- δεν μπορεί να βρει παπούτσια στο νούμερό της γιατί είναι μικρό και υπάρχουν μόνο παιδικά
- κάθε ξεχωριστή σκηνή ή παράσταση ή αυτοτελές θέαμα σε επιθεώρηση ή άλλου είδους χώρο διασκέδασης που παρουσιάζει ζωντανά θεάματα
- (συνεκδοχικά) (περιληπτικό) το σύνολο των ηθοποιών που χρησιμοποιούνται στην αντίστοιχη παράσταση
- (κατ' επέκταση) (μεταφορικά) γελοίος ή κωμικός, πλακατζής
- μα τι νούμερο που είναι η πεθερά σου;
- μετά ήρθε ο Πέτρος που είναι μεγάλο νούμερο και ξεφύγαμε λίγο από τις σκοτούρες
Σημειώσεις [
]
- όταν το μέγεθος χαρακτηρίζεται με γράμματα και όχι αριθμό τότε χρησιμοποιούμε τη λέξη: μέγεθος
Εκφράσεις [
]
- κάνω νούμερα: κάνω κόνξες, παρασπονδίες
Μεταφράσεις [
]
νούμερο