precipitate

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Πίνακας περιεχομένων

[] Flag of the United Kingdom.svg Αγγλικά (en)

[] Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία

precipitate < λατινική praecipito

[] Nuvola apps edu languages.png Προφορά

ΔΦΑ : /prɪˈsɪpɪteɪt/ ή /prəˈsɪpɪteɪt/
 Audio (US)βοήθεια, αρχείο

[] Open book 01.svg Ρήμα

precipitate  (en)

  1. (μεταβατικό) κάνω κάτι να συμβεί ξαφνικά και γρήγορα, επισπεύδω, επιταχύνω
    Books-aj.svg aj ashton 01.svg συνώνυμα: hasten
  2. (μεταβατικό) πετάω κάτι ή κάποιον από μεγάλο ύψος, γκρεμίζω
  3. (μεταβατικό) (μεταφορικά) προκαλώ τη βίαιη αλλαγή της κατάστασης ενός πράγματος
  4. (αμετάβατο) (χημεία) ιζηματοποιούμαι, για ουσία που μετατρέπεται σε ίζημα μέσα σε ένα διάλυμα
    Adding the acid will cause the salt to precipitate.
  5. (μεταβατικό) (χημεία) προκαλώ την ιζηματοποίηση μιας ουσίας σε ένα διάλυμα
  6. (αμετάβατο, μετεωρολογία) για νερό που πέφτει από την ατμόσφαιρα στη γη ως βροχή, χαλάζι ή χιόνι
    It will precipitate tomorrow, but we don't know whether as rain or snow.

[] Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις

[] Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία

precipitate λατινική praecipitatum

[] Nuvola apps edu languages.png Προφορά

ΔΦΑ : /prɪˈsɪpɪtət/ ή /prəˈsɪpɪtət/
 Audio (US)βοήθεια, αρχείο

[] Open book 01.svg Ουσιαστικό

precipitate  (en)

  1. επακόλουθο
  2. (χημεία) ίζημα, κατακάθι

[] Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία

precipitate λατινική praecipitatus

[] Nuvola apps edu languages.png Προφορά

ΔΦΑ : /prɪˈsɪpɪtət/ ή /prəˈsɪpɪtət/
 Audio (US)βοήθεια, αρχείο

[] Open book 01.svg Επίθετο

precipitate  (en)

  1. που πέφτει απότομα ή κατακόρυφα
  2. απότομος
    Books-aj.svg aj ashton 01.svg συνώνυμα: steep, precipitous
  3. βιαστικός, ορμητικός, απότομος, εσπευσμένος

[] Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις

Προσωπικά εργαλεία
Περιοχές ονομάτων

Παραλλαγές
Ενέργειες
πλοήγηση
συνεισφορά
βοήθεια
Εργαλειοθήκη
Άλλες γλώσσες