ίζημα
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
Ελληνικά (el) [
]
| πτώση | ενικός | πληθυντικός |
|---|---|---|
| ονομαστική | ίζημα | ιζήματα |
| γενική | ιζήματος | ιζημάτων |
| αιτιατική | ίζημα | ιζήματα |
| κλητική | ίζημα | ιζήματα |
Ετυμολογία [
]
- ίζημα < → Η ετυμολογία λείπει.
Ουσιαστικό [
]
ίζημα ουδέτερο
- στερεή ουσία που προκύπτει στον πάτο ενός δοχείο που περιέχει κορεσμένο διάλυμα
Δείτε επίσης [
]
- ίζημα στη Βικιπαίδεια
