ίζημα

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Τυπογραφικές παραλλαγές Δείτε επίσης : ἵζημα

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική ίζημα ιζήματα
γενική ιζήματος ιζημάτων
αιτιατική ίζημα ιζήματα
κλητική ίζημα ιζήματα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ίζημα < ελληνιστική κοινή ἵζημα < ἱζάνω < ἵζω < ινδοευρωπαϊκή (ρίζα) *sisdō / *sizdō < *sed- (κάθομαι) (2. σημασιολογικό δάνειο από γαλλική sédiment)

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ίζημα ουδέτερο

  1. (χημεία) στερεή ουσία που προκύπτει στον πάτο ενός δοχείου που περιέχει κορεσμένο διάλυμα
    Books-aj.svg aj ashton 01.svg συνώνυμα: κατακάθι
  2. (γεωλογία) πέτρωμα που σχηματίστηκε από καθίζηση

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Blue Glass Arrow.svg Δείτε επίσης [επεξεργασία]

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]