κατακάθι

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική κατακάθι κατακάθια
γενική κατακαθιού κατακαθιών
αιτιατική κατακάθι κατακάθια
κλητική κατακάθι κατακάθια

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

κατακάθι < κατακάθομαι

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

κατακάθι ουδέτερο

  1. η στερεά ουσία που παραμένει αδιάλυτη σε ένα υγρό και συγκεντρώνεται (κατακάθεται) στον πυθμένα του δοχείου που περιέχει το διάλυμα
  2. (μεταφορικά) άνθρωπος τιποτένιος

Books-aj.svg aj ashton 01.svg Συνώνυμα[]

Books-aj.svg aj ashton 01.svg Υπώνυμα[]

32πχ Μεταφράσεις[]