lie
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
Αγγλικά (en)
Ουσιαστικό
lie (en)
Ρήμα
lie (en) (αόρ. : lied, παθ. μτχ. : lied)
- ψεύδομαι, λέω ψέματα
Ρήμα
lie (en) (αόρ. : lay, παθ. μτχ. : lain)
Πίνακας περιεχομένων |
lie (en)
lie (en) (αόρ. : lied, παθ. μτχ. : lied)
lie (en) (αόρ. : lay, παθ. μτχ. : lain)