process
Από Βικιλεξικό
[
]
Αγγλικά (en)
[
]
Ουσιαστικό
process (en)
[
]
Ρήμα
process (en)
- διεκπεραιώνω (μια αίτηση)
- επεξεργάζομαι (πρώτες ύλες)
- παρελαύνω, βαδίζω σε πομπή