quiescent

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of the United Kingdom.svg Αγγλικά (en) []

Open book 01.svg Επίθετο[]

quiescent (en)



Flag of France.svg Γαλλικά (fr) []

Open book 01.svg Επίθετο[]

γένος ενικός πληθυντικός
αρσενικό quiescent quiescents
θηλυκό quiescente quiescentes

quiescent (fr)

  1. αδρανής, που δεν λειτουργεί
  2. (εβραϊκή γραμματική) λέγεται για γράμματα που δεν προφέρονται
  3. (εντομολογία) λέγεται για έντομο του οποίου η ανάπτυξη σταματά όταν δεν παύουν να υπάρχουν κατάλληλες συνθήκες