ration

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Πίνακας περιεχομένων

[] Flag of the United Kingdom.svg Αγγλικά (en)

[] Open book 01.svg Ουσιαστικό

ration  (en)

[] Open book 01.svg Ρήμα

ration  (en)

  • χωρίζω τα διαθέσιμα τρόφιμα σε μερίδες

[] Flag of France.svg Γαλλικά (fr)

[] Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία

ration < λατινική ratio, -onis, υπολογισμός

[] Nuvola apps edu languages.png Προφορά

ΔΦΑ : /ʁa.sj̃ɔ/

[] Open book 01.svg Ουσιαστικό

ενικός πληθυντικός
ration rations

ration  (fr) θηλυκό

  1. τα τρόφιμα και το νερό που παίρνει ένας στρατιώτης στο στρατό
  2. μερίδα (φαγητού, νερού κλπ) που δίνεται σε κάποιον ή σε ένα ζώο κατά τη διάρκεια μιας μέρας
  3. ration alimentaire - η ποσότητα τροφίμων που είναι απαραίτητη σε έναν οργανισμό στη διάρκεια εικοσιτεσσάρων ωρών
  4. ration d'entretien - η ελάχιστη ποσότητα τροφίμων που είναι απαραίτητη σε έναν οργανισμό
  5. (μεταφορικά) (συνήθως ειρωνικά) ration de... - μια ποσότητα που κάποιος οφείλει να δώσει ή να λάβει

[] Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις

Προσωπικά εργαλεία
Περιοχές ονομάτων

Παραλλαγές
Ενέργειες
πλοήγηση
συνεισφορά
βοήθεια
Εργαλειοθήκη
Άλλες γλώσσες