reduction
Από Βικιλεξικό
Αγγλικά (en) [
]
Ουσιαστικό [
]
reduction (en)
- μείωση
- (χημεία) αναγωγή
- (μαθηματικά) απλοποίηση, η επαναδιατύπωση μιας μαθηματικής έκφρασης με απλούστερη μορφή