smooth
Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε:
πλοήγηση
,
αναζήτηση
Αγγλικά (en)
Επίθετο
smooth
(en)
λείος
ομαλός
στη λειτουργία του
Συγγενικές λέξεις
smoothly
Κατηγορίες
:
Αγγλική γλώσσα
|
Επίθετα (αγγλικά)
Εμφανίσεις
Άρθρο
Συζήτηση
Επεξεργασία
Ιστορικό
Προσωπικά εργαλεία
Δοκιμάστε την Beta
Δημιουργία Λογαριασμού/Είσοδος
Αναζήτηση
πλοήγηση
Κύρια Σελίδα
Πύλες
Τυχαία σελίδα
συνεισφορά
Βικιδημία
Σελίδες συζήτησης
Πρόσφατες αλλαγές
Νέες σελίδες
βοήθεια
Βοήθεια
Πρότυπα
Δωρεές
Εργαλειοθήκη
Συνδέσεις προς εδώ
Σχετικές αλλαγές
Ειδικές σελίδες
Έκδοση εκτύπωσης
Μόνιμος σύνδεσμος
Άλλες γλώσσες
العربية
Česky
English
Español
Eesti
فارسی
Suomi
Français
Magyar
Bahasa Indonesia
Ido
Italiano
Қазақша
Limburgs
മലയാളം
Polski
Simple English
Svenska
Kiswahili
தமிழ்
తెలుగు
ไทย
Türkçe
Tiếng Việt
中文