spread
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
Αγγλικά (en) [
]
Ρήμα [
]
spread (en) (αόρ. : spread, παθ. μτχ. : spread)
- (μεταβατικό) απλώνω, διασκορπίζω
- (μεταβατικό) αλείφω (πχ βούτυρο στο ψωμί)
- (μεταβατικό) εξαπλώνω
- (αμετάβατο) εξαπλώνομαι
Αγγλικά (en) [
]
Ουσιαστικό [
]
spread (en)
- η εξάπλωση
- η διαφορά επιτοκίων δανεισμού μεταξύ δύο χωρών
Σημειώσεις [
]
Η λέξη αυτή όταν χρησιμοποιείται σε ελληνικά οικονομικά κείμενα αναφέρεται στη διαφορά επιτοκίων δανεισμού μεταξύ Γερμανίας και Ελλάδας