κρέμα

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Πίνακας περιεχομένων

[] Flag of Greece.svg Ελληνικά (el)

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική κρέμα κρέμες
γενική κρέμας κρεμών
αιτιατική κρέμα κρέμες
κλητική κρέμα κρέμες

[] Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία

κρέμα (αντιδάνειο) < ιταλική crema < παλαιότερη γαλλική cresme < λατινική chrisma < αρχαία ελληνική χρῖσμα

[] Nuvola apps edu languages.png Προφορά

ΔΦΑ : /ˈkɾɛ.ma/

[] Open book 01.svg Ουσιαστικό

κρέμα θηλυκό

  1. το λίπος του γάλακτος που εμφανίζεται στην επιφάνεια μετά από δυνατή ανάδευση· χρησιμοποιείται στη μαγειρική και τη ζαχαροπλαστική
    Books-aj.svg aj ashton 01.svg συνώνυμα: αφρόγαλα, καϊμάκι
  2. μείγμα με βούτυρο, αβγά, άμυλο, ζάχαρη κι άλλα υλικά, το οποίο σερβίρεται σαν επιδόρπιο ή γλύκισμα
  3. φαρμακευτικό παρασκεύασμα με ημιρευστή υφή, το οποίο αλείφεται στο σώμα για φαρμακευτικούς ή καλλωπιστικούς σκοπούς

[] Εκφράσεις

  • (ειρωνικά) φάε την κρέμα/κρεμούλα σου: για δηλωθεί υποτιμητικά ότι ο συνομιλητής είναι άπειρος

[] Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις

[] Nuvola filesystems www.png Μεταφράσεις

Προσωπικά εργαλεία
Περιοχές ονομάτων

Παραλλαγές
Ενέργειες
πλοήγηση
συνεισφορά
βοήθεια
Εργαλειοθήκη
Άλλες γλώσσες