κρέμα
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
[
]
Ελληνικά (el)
| πτώση | ενικός | πληθυντικός |
|---|---|---|
| ονομαστική | κρέμα | κρέμες |
| γενική | κρέμας | κρεμών |
| αιτιατική | κρέμα | κρέμες |
| κλητική | κρέμα | κρέμες |
[
]
Ετυμολογία
- κρέμα (αντιδάνειο) < ιταλική crema < παλαιότερη γαλλική cresme < λατινική chrisma < αρχαία ελληνική χρῖσμα
[
]
Προφορά
[
]
Ουσιαστικό
κρέμα θηλυκό
- το λίπος του γάλακτος που εμφανίζεται στην επιφάνεια μετά από δυνατή ανάδευση· χρησιμοποιείται στη μαγειρική και τη ζαχαροπλαστική
- μείγμα με βούτυρο, αβγά, άμυλο, ζάχαρη κι άλλα υλικά, το οποίο σερβίρεται σαν επιδόρπιο ή γλύκισμα
- φαρμακευτικό παρασκεύασμα με ημιρευστή υφή, το οποίο αλείφεται στο σώμα για φαρμακευτικούς ή καλλωπιστικούς σκοπούς
[
] Εκφράσεις
- (ειρωνικά) φάε την κρέμα/κρεμούλα σου: για δηλωθεί υποτιμητικά ότι ο συνομιλητής είναι άπειρος