ζάχαρη
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
Ελληνικά (el)
Ετυμολογία
- ζάχαρη < ελληνιστική κοινή σάκχαρις
Προφορά
Ουσιαστικό
ζάχαρη θηλυκό
- κρυσταλλικό σώμα με γλυκιά γεύση που χρησιμοποιείται ως γλυκαντικό (χημικός τύπος: C12H22011)
Συγγενικές λέξεις
- ζαχαρένιος
- ζαχαρί
- ζαχαριάζω
- ζαχαριέρα
- ζαχαρίνη
- ζαχαρο-
- ζαχαρούχος
- ζαχαρώδης
- ζαχάρωμα
- ζαχαρώνω
- ζαχαρωτός
- → βλέπε λέξη: σάκχαρο
Δείτε επίσης
- ζάχαρη στη Βικιπαίδεια

Μεταφράσεις
ζάχαρη