ζαχαρωτό

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική ζαχαρωτό ζαχαρωτά
γενική ζαχαρωτού ζαχαρωτών
αιτιατική ζαχαρωτό ζαχαρωτά
κλητική ζαχαρωτό ζαχαρωτά

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

ζαχαρωτό < ουδέτερο του ζαχαρωτός < ζάχαρη + -ωτός < μεσαιωνική ελληνική ζάχαρις < ελληνιστική κοινή σάκχαρις < αραβική سكر (súkkar) < περσική شکر (šakar) < χίντι शर्करा (śarkarā) < σανσκριτική शर्करा (śarkarā) < ινδοευρωπαϊκή (ρίζα) *ḱorkeh- (άμμος, πέτρα)

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[]

ΔΦΑ : /za.xa.ɾɔ.ˈtɔ/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

ζαχαρωτό ουδέτερο

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[]

32πχ Μεταφράσεις[]

Open book 01.svg Κλιτή μορφή επιθέτου[]

ζαχαρωτό