ζαχαροπλάστης

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []


πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική ζαχαροπλάστης ζαχαροπλάστες
γενική ζαχαροπλάστη ζαχαροπλαστών
αιτιατική ζαχαροπλάστη ζαχαροπλάστες
κλητική ζαχαροπλάστη ζαχαροπλάστες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

ζαχαροπλάστης < → Η ετυμολογία λείπει.

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

ζαχαροπλάστης αρσενικό

  • ο επαγγελματίας που διατηρεί ή εργάζεται σε ζαχαροπλαστείο και παρασκευάζει γλυκίσματα

32πχ Μεταφράσεις[]